ετεροστατικός


ετεροστατικός
-ή, -ό
(ηλεκτρ.) αυτός που ανήκει στη μέθοδο μετρήσεως ενός δυναμικού μέσω άλλου δυναμικού.
επίρρ...
ετεροστατικώς
με ετεροστατική μέθοδο μετρήσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. heterostatic < hetero- (πρβλ. ετερο-*) + static (πρβλ. στατικός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.